Το μαρτύριο της «σταγόνας» ταλαιπωρεί καθημερινά εκατομμύρια ανθρώπους και των δύο φύλων. Το «σύνδρομο της ουροδόχου κύστης» παρουσιάζει τελευταία ιδιαίτερη αύξηση, τόσο σε γυναίκες όσο και σε άνδρες. και αφορά ακόμη και σε μικρότερες ηλικίες, λόγω κυρίως της καθιστικής ζωής, των πολλών ωρών εργασίας και της αποφυγής έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας.
Η Ελληνική Ουρολογική Εταιρεία αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να ενημερώσει ότι το σύνδρομο αυτό που σε κάποιες περιπτώσεις οδηγεί ακόμη και σε κοινωνική απομόνωση, είναι αντιμετωπίσιμο. Άλλωστε, «Δεν κρατιέμαι» θα έπρεπε να λέμε όταν θέλουμε να ζήσουμε ελεύθερα τη ζωή μας, χωρίς δεσμεύσεις, ακόμη και αν αυτές προέρχονται από το ίδιο μας το σώμα.
Η μη αντιμετώπιση βλάπτει σοβαρά την αυτοεκτίμηση
Περισσότεροι από το 15,6% των ανδρών και 17,4% των γυναικών, άνω των 40 ετών, έχουν συμπτώματα υπερλειτουργικής κύστης. Ο αριθμός αυτός είναι ακόμα μεγαλύτερος, αν αναλογιστεί κάποιος ότι πολλές γυναίκες δεν αναφέρουν καν το πρόβλημα στον γιατρό, εξαιτίας φόβου ντροπής ή και εσφαλμένης άποψης ότι δεν υπάρχει θεραπεία. Η συχνότητα του συνδρόμου αυξάνεται με την ηλικία, σε βαθμό που από κάποιους να θεωρείται εσφαλμένα ως φυσιολογικό επακόλουθο του γήρατος.
Η ακράτεια των ούρων είναι μια σημαντική́ διαταραχή́ της λειτουργίας της ούρησης με δυνητικά́ σοβαρές ψυχοσωματικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις για τους επηρεαζόμενους. Σημαντικά επιβαρύνονται ψυχολογικά και οι άνθρωποι του οικείου περιβάλλοντός τους.
Έχει παρατηρηθεί ότι επηρεάζεται αρνητικά η κοινωνική ζωή του ατόμου. Οι πάσχοντες αποφεύγουν να πηγαίνουν στον κινηματογράφο, στο θέατρο, σε αθλητικά θεάματα, στην εκκλησία ή και σε άλλους χώρους διασκέδασης. Μερικοί ασθενείς σηκώνονται 2, ή και περισσότερες φορές τη νύχτα για να ουρήσουν και έτσι δεν απολαμβάνουν ποτέ έναν ξεκούραστο ύπνο. Επηρεάζεται η σεξουαλική δραστηριότητα του ανθρώπου.
Μερικοί πάσχοντες αποφεύγουν τις σεξουαλικές σχέσεις.
Μερικοί ασθενείς αποφεύγουν ακόμη και τη συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες.
Μελέτες έχουν καταδείξει ότι παρά τις σημαντικές επιπτώσεις στην ατομική́ υγεία, στην αυτοεκτίμηση και στην ποιότητα ζωής, μόνο μικρό́ ποσοστό των πασχόντων αναφέρουν το πρόβλημα αρμοδίως και αναζητούν ιατρική́ βοήθεια με συνέπεια την πλημμελή́ αντιμετώπισή του.